βαθύστερνος

βαθύστερνος, -ον (Α)
1. αυτός που έχει βαθύ στέρνο («βαθύστερνος λέων», Πίνδ.)
2. βαθύς («βαθύστερνος χθών», «βαθύστερνος πόντος»).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • βαθύστερνον — βαθύστερνος deep chested masc/fem acc sg βαθύστερνος deep chested neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαθυστέρνοιο — βαθύστερνος deep chested masc/fem/neut gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαθυστέρνου — βαθύστερνος deep chested masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαθυστέρνῳ — βαθύστερνος deep chested masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαθύστερν' — βαθύστερνα , βαθύστερνος deep chested neut nom/voc/acc pl βαθύστερνε , βαθύστερνος deep chested masc/fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.